αυτοματοποιώ
•
- κάνω κάτι να λειτουργεί αυτόματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοματοποιώ < αυτόματο + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική automatiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοματοποιώ | αυτοματοποιείς | αυτοματοποιεί | αυτοματοποιούμε | αυτοματοποιείτε | αυτοματοποιούν / αυτοματοποιούνε |
| Παρατατικός | αυτοματοποιούσα | αυτοματοποιούσες | αυτοματοποιούσε | αυτοματοποιούσαμε | αυτοματοποιούσατε | αυτοματοποιούσαν / αυτοματοποιούσανε |
| Αόριστος | αυτοματοποίησα | αυτοματοποίησες | αυτοματοποίησε | αυτοματοποιήσαμε | αυτοματοποιήσατε | αυτοματοποίησαν / αυτοματοποιήσαν / αυτοματοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοματοποιήσω / θα αυτοματοποιώ | θα αυτοματοποιήσεις / θα αυτοματοποιείς | θα αυτοματοποιήσει / θα αυτοματοποιεί | θα αυτοματοποιήσουμε / θα αυτοματοποιούμε | θα αυτοματοποιήσετε / θα αυτοματοποιείτε | θα αυτοματοποιήσουν / θα αυτοματοποιήσουνε / θα αυτοματοποιούν / θα αυτοματοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοματοποιήσει | έχεις αυτοματοποιήσει | έχει αυτοματοποιήσει | έχουμε αυτοματοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοματοποιήσει | είχες αυτοματοποιήσει | είχε αυτοματοποιήσει | είχαμε αυτοματοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοματοποιήσει / να αυτοματοποιήσω / να αυτοματοποιώ | να έχεις αυτοματοποιήσει / να αυτοματοποιήσεις / να αυτοματοποιείς | να έχει αυτοματοποιήσει / να αυτοματοποιήσει / να αυτοματοποιεί | να έχουμε αυτοματοποιήσει / να αυτοματοποιήσουμε / να αυτοματοποιούμε | να αυτοματοποιήσετε / να αυτοματοποιείτε | να αυτοματοποιήσουν / να αυτοματοποιήσουνε / να αυτοματοποιούν / να αυτοματοποιούνε |
| Προστακτική | — | αυτοματοποίει / αυτοματοποίησε | — | — | αυτοματοποιήστε / αυτοματοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αυτοματοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →