αυτομετάγγιση
•
- η μετάγγιση σε κάποιον δικού του αίματος, που σε προηγούμενη φάση τού είχε αφαιρεθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτομετάγγιση < αυτο- + μετάγγιση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτομετάγγιση | αυτομεταγγίσεις |
| Γενική | αυτομετάγγισης | αυτομεταγγίσεων |
| Αιτιατική | αυτομετάγγιση | αυτομεταγγίσεις |
| Κλητική | αυτομετάγγιση | αυτομεταγγίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →