Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτομόλυνση

/a.ftoˈmo.lin.li/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πάθησηη μόλυνση που προκαλείται από μικρόβια που ήδη υπάρχουν στον οργανισμό κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτομόλυνση < ήδη από το 1886 ως αὐτομόλυν(σις) + -ση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική autoinfection. Μορφολογικά αναλύεται σε αυτο- + μόλυνση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτομόλυνσηαυτομολύνσεις
Γενικήαυτομόλυνσηςαυτομολύνσεων
Αιτιατικήαυτομόλυνσηαυτομολύνσεις
Κλητικήαυτομόλυνσηαυτομολύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →