αυτονομούμαι
•
- γίνομαι αυτόνομος, επιδιώκω (ή/και πετυχαίνω) την αυτονομία μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτονομούμαι < αρχαία ελληνική αὐτονομέομαι / αὐτονομοῦμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτονομούμαι | αυτονομείσαι | αυτονομείται | αυτονομούμαστε | αυτονομείστε | αυτονομούνται |
| Παρατατικός | αυτονομούμουν | αυτονομούσουν | αυτονομούνταν | αυτονομούμασταν / αυτονομούμαστε | αυτονομούσασταν / αυτονομούσαστε | αυτονομούνταν |
| Αόριστος | αυτονομήθηκα | αυτονομήθηκες | αυτονομήθηκε | αυτονομηθήκαμε | αυτονομηθήκατε | αυτονομήθηκαν / αυτονομηθήκαν / αυτονομηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτονομηθώ / θα αυτονομούμαι | θα αυτονομείσαι / θα αυτονομηθείς | θα αυτονομείται / θα αυτονομηθεί | θα αυτονομηθούμε / θα αυτονομούμαστε | θα αυτονομείστε / θα αυτονομηθείτε | θα αυτονομηθούν / θα αυτονομηθούνε / θα αυτονομούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτονομηθεί | έχεις αυτονομηθεί | έχει αυτονομηθεί | έχουμε αυτονομηθεί | έχετε αυτονομηθεί | έχουν αυτονομηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτονομηθεί | είχες αυτονομηθεί | είχε αυτονομηθεί | είχαμε αυτονομηθεί | είχατε αυτονομηθεί | είχαν αυτονομηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτονομηθεί / να αυτονομηθώ / να αυτονομούμαι | να έχεις αυτονομηθεί / να αυτονομείσαι / να αυτονομηθείς | να έχει αυτονομηθεί / να αυτονομείται / να αυτονομηθεί | να έχουμε αυτονομηθεί / να αυτονομηθούμε / να αυτονομούμαστε | να έχετε αυτονομηθεί / να αυτονομείστε / να αυτονομηθείτε | να έχουν αυτονομηθεί / να αυτονομηθούν / να αυτονομηθούνε / να αυτονομούνται |
| Προστακτική | — | αυτονομήσου | — | — | αυτονομείστε / αυτονομηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →