Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπαρατηρητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αυτοπαρατήρηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπαρατηρητικός < αυτοπαρατηρώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοπαρατηρητικόςαυτοπαρατηρητικήαυτοπαρατηρητικό
Γενικήαυτοπαρατηρητικούαυτοπαρατηρητικήςαυτοπαρατηρητικού
Αιτιατικήαυτοπαρατηρητικόαυτοπαρατηρητικήαυτοπαρατηρητικό
Κλητικήαυτοπαρατηρητικέαυτοπαρατηρητικήαυτοπαρατηρητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοπαρατηρητικοίαυτοπαρατηρητικέςαυτοπαρατηρητικά
Γενικήαυτοπαρατηρητικώναυτοπαρατηρητικώναυτοπαρατηρητικών
Αιτιατικήαυτοπαρατηρητικούςαυτοπαρατηρητικέςαυτοπαρατηρητικά
Κλητικήαυτοπαρατηρητικοίαυτοπαρατηρητικέςαυτοπαρατηρητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →