αυτοπαρατηρητικός
•
- που έχει σχέση με την αυτοπαρατήρηση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπαρατηρητικός < αυτοπαρατηρώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπαρατηρητικός | αυτοπαρατηρητική | αυτοπαρατηρητικό |
| Γενική | αυτοπαρατηρητικού | αυτοπαρατηρητικής | αυτοπαρατηρητικού |
| Αιτιατική | αυτοπαρατηρητικό | αυτοπαρατηρητική | αυτοπαρατηρητικό |
| Κλητική | αυτοπαρατηρητικέ | αυτοπαρατηρητική | αυτοπαρατηρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπαρατηρητικοί | αυτοπαρατηρητικές | αυτοπαρατηρητικά |
| Γενική | αυτοπαρατηρητικών | αυτοπαρατηρητικών | αυτοπαρατηρητικών |
| Αιτιατική | αυτοπαρατηρητικούς | αυτοπαρατηρητικές | αυτοπαρατηρητικά |
| Κλητική | αυτοπαρατηρητικοί | αυτοπαρατηρητικές | αυτοπαρατηρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →