Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπαρατηρώ

ρήμα
•
  1. ψυχολογίαδιεξάγω αυτοπαρατήρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπαρατηρώ < αυτο- + παρατηρώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοπαρατηρώαυτοπαρατηρείςαυτοπαρατηρείαυτοπαρατηρούμεαυτοπαρατηρείτεαυτοπαρατηρούν / αυτοπαρατηρούνε
Παρατατικόςαυτοπαρατηρούσααυτοπαρατηρούσεςαυτοπαρατηρούσεαυτοπαρατηρούσαμεαυτοπαρατηρούσατεαυτοπαρατηρούσαν / αυτοπαρατηρούσανε
Αόριστοςαυτοπαρατήρησααυτοπαρατήρησεςαυτοπαρατήρησεαυτοπαρατηρήσαμεαυτοπαρατηρήσατεαυτοπαρατήρησαν / αυτοπαρατηρήσαν / αυτοπαρατηρήσανε
Μέλλονταςθα αυτοπαρατηρήσω / θα αυτοπαρατηρώθα αυτοπαρατηρήσεις / θα αυτοπαρατηρείςθα αυτοπαρατηρήσει / θα αυτοπαρατηρείθα αυτοπαρατηρήσουμε / θα αυτοπαρατηρούμεθα αυτοπαρατηρήσετε / θα αυτοπαρατηρείτεθα αυτοπαρατηρήσουν / θα αυτοπαρατηρήσουνε / θα αυτοπαρατηρούν / θα αυτοπαρατηρούνε
Παρακείμενοςέχω αυτοπαρατηρήσειέχεις αυτοπαρατηρήσειέχει αυτοπαρατηρήσειέχουμε αυτοπαρατηρήσειέχετε αυτοπαρατηρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοπαρατηρήσειείχες αυτοπαρατηρήσειείχε αυτοπαρατηρήσειείχαμε αυτοπαρατηρήσει——
Υποτακτικήνα έχω αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρήσω / να αυτοπαρατηρώνα έχεις αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρήσεις / να αυτοπαρατηρείςνα έχει αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρείνα έχουμε αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρήσουμε / να αυτοπαρατηρούμενα έχετε αυτοπαρατηρήσει / να αυτοπαρατηρήσετε / να αυτοπαρατηρείτενα αυτοπαρατηρήσουν / να αυτοπαρατηρήσουνε / να αυτοπαρατηρούν / να αυτοπαρατηρούνε
Προστακτική—αυτοπαρατήρει / αυτοπαρατήρησε——αυτοπαρατηρήστε / αυτοπαρατηρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →