αυτοπαρηγορούμαι
•
- παρηγορώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπαρηγορούμαι < αυτο- + παρηγορούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοπαρηγορούμαι | αυτοπαρηγορείσαι | αυτοπαρηγορείται | αυτοπαρηγορούμαστε | αυτοπαρηγορείστε | αυτοπαρηγορούνται |
| Παρατατικός | αυτοπαρηγορούμουν | αυτοπαρηγορούσουν | αυτοπαρηγορούνταν | αυτοπαρηγορούμασταν / αυτοπαρηγορούμαστε | αυτοπαρηγορούσασταν / αυτοπαρηγορούσαστε | αυτοπαρηγορούνταν |
| Αόριστος | αυτοπαρηγορήθηκα | αυτοπαρηγορήθηκες | αυτοπαρηγορήθηκε | αυτοπαρηγορηθήκαμε | αυτοπαρηγορηθήκατε | αυτοπαρηγορήθηκαν / αυτοπαρηγορηθήκαν / αυτοπαρηγορηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοπαρηγορηθώ / θα αυτοπαρηγορούμαι | θα αυτοπαρηγορείσαι / θα αυτοπαρηγορηθείς | θα αυτοπαρηγορείται / θα αυτοπαρηγορηθεί | θα αυτοπαρηγορηθούμε / θα αυτοπαρηγορούμαστε | θα αυτοπαρηγορείστε / θα αυτοπαρηγορηθείτε | θα αυτοπαρηγορηθούν / θα αυτοπαρηγορηθούνε / θα αυτοπαρηγορούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοπαρηγορηθεί | έχεις αυτοπαρηγορηθεί | έχει αυτοπαρηγορηθεί | έχουμε αυτοπαρηγορηθεί | έχετε αυτοπαρηγορηθεί | έχουν αυτοπαρηγορηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοπαρηγορηθεί | είχες αυτοπαρηγορηθεί | είχε αυτοπαρηγορηθεί | είχαμε αυτοπαρηγορηθεί | είχατε αυτοπαρηγορηθεί | είχαν αυτοπαρηγορηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορηθώ / να αυτοπαρηγορούμαι | να έχεις αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορείσαι / να αυτοπαρηγορηθείς | να έχει αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορείται / να αυτοπαρηγορηθεί | να έχουμε αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορηθούμε / να αυτοπαρηγορούμαστε | να έχετε αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορείστε / να αυτοπαρηγορηθείτε | να έχουν αυτοπαρηγορηθεί / να αυτοπαρηγορηθούν / να αυτοπαρηγορηθούνε / να αυτοπαρηγορούνται |
| Προστακτική | — | αυτοπαρηγορήσου | — | — | αυτοπαρηγορείστε / αυτοπαρηγορηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →