Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπορτρέτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αυτοπροσωπογραφία Βικιλεξικό
    • Γκαλερί εκθέτει άγνωστο αυτοπορτρέτο του Πικάσο για πρώτη φορά. (*)
  2. νεολογισμόςη φωτογραφία που βγάζει κάποιος τον εαυτό του, πολλές φορές μέσα από έναν καθρέφτη, με το κινητό του ή άλλη φωτογραφική μηχανή Βικιλεξικό
    • Μετά τα φωτογραφικά αυτοπορτρέτα των διασήμων, γνωστά ως σέλφι (selfie), που έχουν κατακλύσει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σειρά πήραν τα «άσι» (usie). Με πρώτο συνθετικό το «εμείς», τα usie δεν είναι τίποτε άλλο από διπλά σέλφι στα οποία διάσημα και πολύ ερωτευμένα ζευγάρια ποζάρουν και αυτοφωτογραφίζονται μαζί σε εικόνες για το facebook, το twitter και το instagram. (*)

Ετυμολογία

αυτοπορτρέτο < αυτο- + πορτρέτο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοπορτρέτοαυτοπορτρέτα
Γενικήαυτοπορτρέτουαυτοπορτρέτων
Αιτιατικήαυτοπορτρέτοαυτοπορτρέτα
Κλητικήαυτοπορτρέτοαυτοπορτρέτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →