αυτοπροσωπογραφούμαι
•
- σχεδιάζω την αυτοπροσωπογραφία μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπροσωπογραφούμαι < αυτοπροσωπογράφος + -ούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοπροσωπογραφούμαι | αυτοπροσωπογραφείσαι | αυτοπροσωπογραφείται | αυτοπροσωπογραφούμαστε | αυτοπροσωπογραφείστε | αυτοπροσωπογραφούνται |
| Παρατατικός | αυτοπροσωπογραφούμουν | αυτοπροσωπογραφούσουν | αυτοπροσωπογραφούνταν | αυτοπροσωπογραφούμασταν / αυτοπροσωπογραφούμαστε | αυτοπροσωπογραφούσασταν / αυτοπροσωπογραφούσαστε | αυτοπροσωπογραφούνταν |
| Αόριστος | αυτοπροσωπογραφήθηκα | αυτοπροσωπογραφήθηκες | αυτοπροσωπογραφήθηκε | αυτοπροσωπογραφηθήκαμε | αυτοπροσωπογραφηθήκατε | αυτοπροσωπογραφήθηκαν / αυτοπροσωπογραφηθήκαν / αυτοπροσωπογραφηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοπροσωπογραφηθώ / θα αυτοπροσωπογραφούμαι | θα αυτοπροσωπογραφείσαι / θα αυτοπροσωπογραφηθείς | θα αυτοπροσωπογραφείται / θα αυτοπροσωπογραφηθεί | θα αυτοπροσωπογραφηθούμε / θα αυτοπροσωπογραφούμαστε | θα αυτοπροσωπογραφείστε / θα αυτοπροσωπογραφηθείτε | θα αυτοπροσωπογραφηθούν / θα αυτοπροσωπογραφηθούνε / θα αυτοπροσωπογραφούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοπροσωπογραφηθεί | έχεις αυτοπροσωπογραφηθεί | έχει αυτοπροσωπογραφηθεί | έχουμε αυτοπροσωπογραφηθεί | έχετε αυτοπροσωπογραφηθεί | έχουν αυτοπροσωπογραφηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοπροσωπογραφηθεί | είχες αυτοπροσωπογραφηθεί | είχε αυτοπροσωπογραφηθεί | είχαμε αυτοπροσωπογραφηθεί | είχατε αυτοπροσωπογραφηθεί | είχαν αυτοπροσωπογραφηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφηθώ / να αυτοπροσωπογραφούμαι | να έχεις αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφείσαι / να αυτοπροσωπογραφηθείς | να έχει αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφείται / να αυτοπροσωπογραφηθεί | να έχουμε αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφηθούμε / να αυτοπροσωπογραφούμαστε | να έχετε αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφείστε / να αυτοπροσωπογραφηθείτε | να έχουν αυτοπροσωπογραφηθεί / να αυτοπροσωπογραφηθούν / να αυτοπροσωπογραφηθούνε / να αυτοπροσωπογραφούνται |
| Προστακτική | — | αυτοπροσωπογραφήσου | — | — | αυτοπροσωπογραφείστε / αυτοπροσωπογραφηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →