αυτοπροώθηση
•
- κυριολεκτικάτο να προωθείται (να ωθείται προς τα εμπρός) κάποιος από μόνος του Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αυτοδιαφήμιση, η αυτοανάδειξη, η αυτοπροβολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπροώθηση < αυτο- + προώθηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπροώθηση | αυτοπροωθήσεις |
| Γενική | αυτοπροώθησης | αυτοπροωθήσεων |
| Αιτιατική | αυτοπροώθηση | αυτοπροωθήσεις |
| Κλητική | αυτοπροώθηση | αυτοπροωθήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →