Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπροώθηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κυριολεκτικάτο να προωθείται (να ωθείται προς τα εμπρός) κάποιος από μόνος του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη αυτοδιαφήμιση, η αυτοανάδειξη, η αυτοπροβολή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπροώθηση < αυτο- + προώθηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοπροώθησηαυτοπροωθήσεις
Γενικήαυτοπροώθησηςαυτοπροωθήσεων
Αιτιατικήαυτοπροώθησηαυτοπροωθήσεις
Κλητικήαυτοπροώθησηαυτοπροωθήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →