αυτορυθμιστικός
•
- που έχει σχέση με την αυτορύθμιση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτορυθμιστικός < αυτορυθμίζομαι + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτορυθμιστικός | αυτορυθμιστική | αυτορυθμιστικό |
| Γενική | αυτορυθμιστικού | αυτορυθμιστικής | αυτορυθμιστικού |
| Αιτιατική | αυτορυθμιστικό | αυτορυθμιστική | αυτορυθμιστικό |
| Κλητική | αυτορυθμιστικέ | αυτορυθμιστική | αυτορυθμιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτορυθμιστικοί | αυτορυθμιστικές | αυτορυθμιστικά |
| Γενική | αυτορυθμιστικών | αυτορυθμιστικών | αυτορυθμιστικών |
| Αιτιατική | αυτορυθμιστικούς | αυτορυθμιστικές | αυτορυθμιστικά |
| Κλητική | αυτορυθμιστικοί | αυτορυθμιστικές | αυτορυθμιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →