αυτοσεβασμός
•
- ο σεβασμός και η εκτίμηση που νιώθουμε προς τον εαυτό μας, προς το πρόσωπό μας, συναίσθημα που μας βοηθά να φερόμαστε με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας μειωτικές για την ηθική μας αξιοπρέπεια και αξία πράξεις και ενέργειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσεβασμός, μαρτυρείται από το 1887 ως αὐτοσεβασμός < αυτο- + σεβασμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-respect ή από τη γαλλική respect de soi-même
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσεβασμός | αυτοσεβασμοί |
| Γενική | αυτοσεβασμού | αυτοσεβασμών |
| Αιτιατική | αυτοσεβασμό | αυτοσεβασμούς |
| Κλητική | αυτοσεβασμέ | αυτοσεβασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →