Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοστέγαση

/a.ftoˈste.ɣa.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απόκτηση κατοικίας με προσωπικά μέσα και φροντίδες Βικιλεξικό
    • Η οικονομική εξουθένωση της τοπικής κοινωνίας και η αδυναμία της να πρωτοστατήσει στην ανασυγκρότηση της περιοχής συνδυάστηκαν με την επιβολή ενός αυταρχικού τύπου ανοικοδόμησης (οργανωμένου από τον στρατό), στο πλαίσιο του οποίου κυριάρχησαν πρότυπα οικιστικής ανάπτυξης που ουσιαστικά παραγνώρισαν τη βιομηχανική και αστική παράδοση του Βόλου. Ειδικότερα, προωθήθηκε η ανοικοδόμηση μέσω αυτοστέγασης, την οποία διευκόλυνε η ευρεία δανειοδότηση ιδιοκατοίκων και ενοικιαστών, που οδήγησε στην ενδυνάμωση της μικροϊδιοκτησίας γης και στην κυριαρχία των συνυφασμένων με τα συμφέροντά της πρόχειρων στεγαστικών λύσεων.

Ετυμολογία

αυτοστέγαση < αυτο- + στέγαση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοστέγασηαυτοστεγάσεις
Γενικήαυτοστέγασηςαυτοστεγάσεων
Αιτιατικήαυτοστέγασηαυτοστεγάσεις
Κλητικήαυτοστέγασηαυτοστεγάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →