αυτοσυναίσθημα
•
- ψυχολογίαη εκτίμηση που έχει ή δεν έχει κάποιος για τον εαυτό του και τα συναισθήματα που απορρέουν απ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσυναίσθημα < αυτο- + συναίσθημα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική Selbstgefühl )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσυναίσθημα | αυτοσυναισθήματα |
| Γενική | αυτοσυναισθήματος | αυτοσυναισθημάτων |
| Αιτιατική | αυτοσυναίσθημα | αυτοσυναισθήματα |
| Κλητική | αυτοσυναίσθημα | αυτοσυναισθήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →