Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοσυναίσθηση

/a.fto.siˈne.sθi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοαυτογνωσία, αυτεπίγνωση, αυτοσυνείδηση Βικιλεξικό
    • Παρότι η αυτοσυναίσθηση μπορεί να είναι οδυνηρά έντονη, όπως στην εφηβεία, η έλλειψή της συνεπάγεται και αυτή κινδύνους. (Αυταρέσκεια, ναρκισσισμός, ψυχανάλυση και… selfies, Καθημερινή, 15 Αυγούστου 2014)

Ετυμολογία

αυτοσυναίσθηση < αυτο- + συναίσθηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοσυναίσθησηαυτοσυναισθήσεις
Γενικήαυτοσυναίσθησηςαυτοσυναισθήσεων
Αιτιατικήαυτοσυναίσθησηαυτοσυναισθήσεις
Κλητικήαυτοσυναίσθησηαυτοσυναισθήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →