αυτοσυνειδητοποιώ
•
- λόγιοαποκτώ αυτοσυνειδητοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσυνειδητοποιώ < αυτο- + συνειδητοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοσυνειδητοποιώ | αυτοσυνειδητοποιείς | αυτοσυνειδητοποιεί | αυτοσυνειδητοποιούμε | αυτοσυνειδητοποιείτε | αυτοσυνειδητοποιούν / αυτοσυνειδητοποιούνε |
| Παρατατικός | αυτοσυνειδητοποιούσα | αυτοσυνειδητοποιούσες | αυτοσυνειδητοποιούσε | αυτοσυνειδητοποιούσαμε | αυτοσυνειδητοποιούσατε | αυτοσυνειδητοποιούσαν / αυτοσυνειδητοποιούσανε |
| Αόριστος | αυτοσυνειδητοποίησα | αυτοσυνειδητοποίησες | αυτοσυνειδητοποίησε | αυτοσυνειδητοποιήσαμε | αυτοσυνειδητοποιήσατε | αυτοσυνειδητοποίησαν / αυτοσυνειδητοποιήσαν / αυτοσυνειδητοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοσυνειδητοποιήσω / θα αυτοσυνειδητοποιώ | θα αυτοσυνειδητοποιήσεις / θα αυτοσυνειδητοποιείς | θα αυτοσυνειδητοποιήσει / θα αυτοσυνειδητοποιεί | θα αυτοσυνειδητοποιήσουμε / θα αυτοσυνειδητοποιούμε | θα αυτοσυνειδητοποιήσετε / θα αυτοσυνειδητοποιείτε | θα αυτοσυνειδητοποιήσουν / θα αυτοσυνειδητοποιήσουνε / θα αυτοσυνειδητοποιούν / θα αυτοσυνειδητοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοσυνειδητοποιήσει | έχεις αυτοσυνειδητοποιήσει | έχει αυτοσυνειδητοποιήσει | έχουμε αυτοσυνειδητοποιήσει | έχετε αυτοσυνειδητοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοσυνειδητοποιήσει | είχες αυτοσυνειδητοποιήσει | είχε αυτοσυνειδητοποιήσει | είχαμε αυτοσυνειδητοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιήσω / να αυτοσυνειδητοποιώ | να έχεις αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιήσεις / να αυτοσυνειδητοποιείς | να έχει αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιεί | να έχουμε αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιήσουμε / να αυτοσυνειδητοποιούμε | να έχετε αυτοσυνειδητοποιήσει / να αυτοσυνειδητοποιήσετε / να αυτοσυνειδητοποιείτε | να αυτοσυνειδητοποιήσουν / να αυτοσυνειδητοποιήσουνε / να αυτοσυνειδητοποιούν / να αυτοσυνειδητοποιούνε |
| Προστακτική | — | αυτοσυνειδητοποίει / αυτοσυνειδητοποίησε | — | — | αυτοσυνειδητοποιήστε / αυτοσυνειδητοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →