αυτοσχεδιαστικός
•
- που έχει σχέση με τον αυτοσχεδιασμό ή τον αυτοσχεδιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοσχεδιαστικός < αυτοσχεδιαστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσχεδιαστικός | αυτοσχεδιαστική | αυτοσχεδιαστικό |
| Γενική | αυτοσχεδιαστικού | αυτοσχεδιαστικής | αυτοσχεδιαστικού |
| Αιτιατική | αυτοσχεδιαστικό | αυτοσχεδιαστική | αυτοσχεδιαστικό |
| Κλητική | αυτοσχεδιαστικέ | αυτοσχεδιαστική | αυτοσχεδιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοσχεδιαστικοί | αυτοσχεδιαστικές | αυτοσχεδιαστικά |
| Γενική | αυτοσχεδιαστικών | αυτοσχεδιαστικών | αυτοσχεδιαστικών |
| Αιτιατική | αυτοσχεδιαστικούς | αυτοσχεδιαστικές | αυτοσχεδιαστικά |
| Κλητική | αυτοσχεδιαστικοί | αυτοσχεδιαστικές | αυτοσχεδιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →