Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοσχεδιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτοσχεδιασμό ή τον αυτοσχεδιαστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοσχεδιαστικός < αυτοσχεδιαστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοσχεδιαστικόςαυτοσχεδιαστικήαυτοσχεδιαστικό
Γενικήαυτοσχεδιαστικούαυτοσχεδιαστικήςαυτοσχεδιαστικού
Αιτιατικήαυτοσχεδιαστικόαυτοσχεδιαστικήαυτοσχεδιαστικό
Κλητικήαυτοσχεδιαστικέαυτοσχεδιαστικήαυτοσχεδιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοσχεδιαστικοίαυτοσχεδιαστικέςαυτοσχεδιαστικά
Γενικήαυτοσχεδιαστικώναυτοσχεδιαστικώναυτοσχεδιαστικών
Αιτιατικήαυτοσχεδιαστικούςαυτοσχεδιαστικέςαυτοσχεδιαστικά
Κλητικήαυτοσχεδιαστικοίαυτοσχεδιαστικέςαυτοσχεδιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →