αυτοτελειοποίηση
•
- το να (μπορεί να) τελειοποιεί κάποιος τον εαυτό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοτελειοποίηση < αυτο- + τελειοποίηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοτελειοποίηση | αυτοτελειοποιήσεις |
| Γενική | αυτοτελειοποίησης | αυτοτελειοποιήσεων |
| Αιτιατική | αυτοτελειοποίηση | αυτοτελειοποιήσεις |
| Κλητική | αυτοτελειοποίηση | αυτοτελειοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →