αυτουργός
•
- ο άνδρας ή η γυναίκα που διαπράττει ένα ποινικό αδίκημα ως δράστης ή μετέχει έμμεσα σε αυτό σε σημαντικό βαθμό Βικιλεξικό
- ο ή η συμμέτοχος στην τέλεση ενός εγκλήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτουργός < αρχαία ελληνική αὐτουργός < αὐτός + ἔργον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτουργός | αυτουργοί |
| Γενική | αυτουργού | αυτουργών |
| Αιτιατική | αυτουργό | αυτουργούς |
| Κλητική | αυτουργέ | αυτουργοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →