αυτοφυής
•
- που φυτρώνει μόνος του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοφυής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐτοφυής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοφυής | αυτοφυής | αυτοφυές |
| Γενική | αυτοφυούς | αυτοφυούς | αυτοφυούς |
| Αιτιατική | αυτοφυή | αυτοφυή | αυτοφυές |
| Κλητική | αυτοφυή / αυτοφυής | αυτοφυής | αυτοφυές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοφυείς | αυτοφυείς | αυτοφυή |
| Γενική | αυτοφυών | αυτοφυών | αυτοφυών |
| Αιτιατική | αυτοφυείς | αυτοφυείς | αυτοφυή |
| Κλητική | αυτοφυείς | αυτοφυείς | αυτοφυή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →