αυτοχαρακτηρίζομαι
•
- χαρακτηρίζω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχαρακτηρίζομαι < αυτο- + χαρακτηρίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοχαρακτηρίζομαι | αυτοχαρακτηρίζεσαι | αυτοχαρακτηρίζεται | αυτοχαρακτηριζόμαστε | αυτοχαρακτηρίζεστε | αυτοχαρακτηρίζονται |
| Παρατατικός | αυτοχαρακτηριζόμουν / αυτοχαρακτηριζόμουνα | αυτοχαρακτηριζόσουν / αυτοχαρακτηριζόσουνα | αυτοχαρακτηριζόταν / αυτοχαρακτηριζότανε | αυτοχαρακτηριζόμασταν / αυτοχαρακτηριζόμαστε | αυτοχαρακτηριζόσασταν / αυτοχαρακτηριζόσαστε | αυτοχαρακτηρίζονταν / αυτοχαρακτηριζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοχαρακτηρίστηκα | αυτοχαρακτηρίστηκες | αυτοχαρακτηρίστηκε | αυτοχαρακτηριστήκαμε | αυτοχαρακτηριστήκατε | αυτοχαρακτηρίστηκαν / αυτοχαρακτηριστήκαν / αυτοχαρακτηριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοχαρακτηρίζομαι / θα αυτοχαρακτηριστώ | θα αυτοχαρακτηρίζεσαι / θα αυτοχαρακτηριστείς | θα αυτοχαρακτηρίζεται / θα αυτοχαρακτηριστεί | θα αυτοχαρακτηριζόμαστε / θα αυτοχαρακτηριστούμε | θα αυτοχαρακτηρίζεστε / θα αυτοχαρακτηριστείτε | θα αυτοχαρακτηρίζονται / θα αυτοχαρακτηριστούν / θα αυτοχαρακτηριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοχαρακτηριστεί | έχεις αυτοχαρακτηριστεί | έχει αυτοχαρακτηριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοχαρακτηριστεί | είχες αυτοχαρακτηριστεί | είχε αυτοχαρακτηριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοχαρακτηριστεί / να αυτοχαρακτηρίζομαι / να αυτοχαρακτηριστώ | να έχεις αυτοχαρακτηριστεί / να αυτοχαρακτηρίζεσαι / να αυτοχαρακτηριστείς | να έχει αυτοχαρακτηριστεί / να αυτοχαρακτηρίζεται / να αυτοχαρακτηριστεί | να αυτοχαρακτηριζόμαστε / να αυτοχαρακτηριστούμε | να αυτοχαρακτηρίζεστε / να αυτοχαρακτηριστείτε | να αυτοχαρακτηρίζονται / να αυτοχαρακτηριστούν / να αυτοχαρακτηριστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοχαρακτηρίζου / αυτοχαρακτηρίσου | — | — | αυτοχαρακτηρίζεστε / αυτοχαρακτηριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →