αυτοχειρί
•
- αρχαιοπρεπέςμε το ίδιο του το χέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχειρί < αρχαία ελληνική αὐτοχειρί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αυτοχειρί < αρχαία ελληνική αὐτοχειρί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →