αυτοχειριάζομαι
•
- λόγιοαυτοκτονώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχειριάζομαι < αυτόχειρας + -ιάζομαι (πβ. (ελληνιστική κοινή))
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοχειριάζομαι | αυτοχειριάζεσαι | αυτοχειριάζεται | αυτοχειριαζόμαστε | αυτοχειριάζεστε | αυτοχειριάζονται |
| Παρατατικός | αυτοχειριαζόμουν / αυτοχειριαζόμουνα | αυτοχειριαζόσουν / αυτοχειριαζόσουνα | αυτοχειριαζόταν / αυτοχειριαζότανε | αυτοχειριαζόμασταν / αυτοχειριαζόμαστε | αυτοχειριαζόσασταν / αυτοχειριαζόσαστε | αυτοχειριάζονταν / αυτοχειριαζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοχειριάστηκα | αυτοχειριάστηκες | αυτοχειριάστηκε | αυτοχειριαστήκαμε | αυτοχειριαστήκατε | αυτοχειριάστηκαν / αυτοχειριαστήκαν / αυτοχειριαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοχειριάζομαι / θα αυτοχειριαστώ | θα αυτοχειριάζεσαι / θα αυτοχειριαστείς | θα αυτοχειριάζεται / θα αυτοχειριαστεί | θα αυτοχειριαζόμαστε / θα αυτοχειριαστούμε | θα αυτοχειριάζεστε / θα αυτοχειριαστείτε | θα αυτοχειριάζονται / θα αυτοχειριαστούν / θα αυτοχειριαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοχειριαστεί | έχεις αυτοχειριαστεί | έχει αυτοχειριαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοχειριαστεί | είχες αυτοχειριαστεί | είχε αυτοχειριαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοχειριαστεί / να αυτοχειριάζομαι / να αυτοχειριαστώ | να έχεις αυτοχειριαστεί / να αυτοχειριάζεσαι / να αυτοχειριαστείς | να έχει αυτοχειριαστεί / να αυτοχειριάζεται / να αυτοχειριαστεί | να αυτοχειριαζόμαστε / να αυτοχειριαστούμε | να αυτοχειριάζεστε / να αυτοχειριαστείτε | να αυτοχειριάζονται / να αυτοχειριαστούν / να αυτοχειριαστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοχειριάζου / αυτοχειριάσου | — | — | αυτοχειριάζεστε / αυτοχειριαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →