Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοχθονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον αυτόχθονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοχθονικός < αυτόχθονας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχθονικόςαυτοχθονικήαυτοχθονικό
Γενικήαυτοχθονικούαυτοχθονικήςαυτοχθονικού
Αιτιατικήαυτοχθονικόαυτοχθονικήαυτοχθονικό
Κλητικήαυτοχθονικέαυτοχθονικήαυτοχθονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχθονικοίαυτοχθονικέςαυτοχθονικά
Γενικήαυτοχθονικώναυτοχθονικώναυτοχθονικών
Αιτιατικήαυτοχθονικούςαυτοχθονικέςαυτοχθονικά
Κλητικήαυτοχθονικοίαυτοχθονικέςαυτοχθονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →