αυτοχθονικός
•
- που έχει σχέση με τον αυτόχθονα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχθονικός < αυτόχθονας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοχθονικός | αυτοχθονική | αυτοχθονικό |
| Γενική | αυτοχθονικού | αυτοχθονικής | αυτοχθονικού |
| Αιτιατική | αυτοχθονικό | αυτοχθονική | αυτοχθονικό |
| Κλητική | αυτοχθονικέ | αυτοχθονική | αυτοχθονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοχθονικοί | αυτοχθονικές | αυτοχθονικά |
| Γενική | αυτοχθονικών | αυτοχθονικών | αυτοχθονικών |
| Αιτιατική | αυτοχθονικούς | αυτοχθονικές | αυτοχθονικά |
| Κλητική | αυτοχθονικοί | αυτοχθονικές | αυτοχθονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →