αυτοχρηματοδοτούμαι
•
- οικονομίαχρηματοδοτώ μια επιχείρηση ή αντλώ κεφάλαια από τα κέρδη της ίδιας της επιχείρησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοχρηματοδοτούμαι < αυτοχρηματοδότηση + -ούμαι (αναδρομικός σχηματισμός). Μορφολογικά αναλύεται σε αυτο- + χρηματοδότηση.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοχρηματοδοτούμαι | αυτοχρηματοδοτείσαι | αυτοχρηματοδοτείται | αυτοχρηματοδοτούμαστε | αυτοχρηματοδοτείστε | αυτοχρηματοδοτούνται |
| Παρατατικός | αυτοχρηματοδοτούμουν | αυτοχρηματοδοτούσουν | αυτοχρηματοδοτούνταν | αυτοχρηματοδοτούμασταν / αυτοχρηματοδοτούμαστε | αυτοχρηματοδοτούσασταν / αυτοχρηματοδοτούσαστε | αυτοχρηματοδοτούνταν |
| Αόριστος | αυτοχρηματοδοτήθηκα | αυτοχρηματοδοτήθηκες | αυτοχρηματοδοτήθηκε | αυτοχρηματοδοτηθήκαμε | αυτοχρηματοδοτηθήκατε | αυτοχρηματοδοτήθηκαν / αυτοχρηματοδοτηθήκαν / αυτοχρηματοδοτηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοχρηματοδοτηθώ / θα αυτοχρηματοδοτούμαι | θα αυτοχρηματοδοτείσαι / θα αυτοχρηματοδοτηθείς | θα αυτοχρηματοδοτείται / θα αυτοχρηματοδοτηθεί | θα αυτοχρηματοδοτηθούμε / θα αυτοχρηματοδοτούμαστε | θα αυτοχρηματοδοτείστε / θα αυτοχρηματοδοτηθείτε | θα αυτοχρηματοδοτηθούν / θα αυτοχρηματοδοτηθούνε / θα αυτοχρηματοδοτούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοχρηματοδοτηθεί | έχεις αυτοχρηματοδοτηθεί | έχει αυτοχρηματοδοτηθεί | έχουμε αυτοχρηματοδοτηθεί | έχετε αυτοχρηματοδοτηθεί | έχουν αυτοχρηματοδοτηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοχρηματοδοτηθεί | είχες αυτοχρηματοδοτηθεί | είχε αυτοχρηματοδοτηθεί | είχαμε αυτοχρηματοδοτηθεί | είχατε αυτοχρηματοδοτηθεί | είχαν αυτοχρηματοδοτηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθώ / να αυτοχρηματοδοτούμαι | να έχεις αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείσαι / να αυτοχρηματοδοτηθείς | να έχει αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείται / να αυτοχρηματοδοτηθεί | να έχουμε αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθούμε / να αυτοχρηματοδοτούμαστε | να έχετε αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείστε / να αυτοχρηματοδοτηθείτε | να έχουν αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθούν / να αυτοχρηματοδοτηθούνε / να αυτοχρηματοδοτούνται |
| Προστακτική | — | αυτοχρηματοδοτήσου | — | — | αυτοχρηματοδοτείστε / αυτοχρηματοδοτηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →