Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοχρηματοδοτούμαι

/a.fto.xɾi.ma.to.ðoˈtu.me/ρήμα
•
  1. οικονομίαχρηματοδοτώ μια επιχείρηση ή αντλώ κεφάλαια από τα κέρδη της ίδιας της επιχείρησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοχρηματοδοτούμαι < αυτοχρηματοδότηση + -ούμαι (αναδρομικός σχηματισμός). Μορφολογικά αναλύεται σε αυτο- + χρηματοδότηση.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαυτοχρηματοδοτούμαιαυτοχρηματοδοτείσαιαυτοχρηματοδοτείταιαυτοχρηματοδοτούμαστεαυτοχρηματοδοτείστεαυτοχρηματοδοτούνται
Παρατατικόςαυτοχρηματοδοτούμουναυτοχρηματοδοτούσουναυτοχρηματοδοτούνταναυτοχρηματοδοτούμασταν / αυτοχρηματοδοτούμαστεαυτοχρηματοδοτούσασταν / αυτοχρηματοδοτούσαστεαυτοχρηματοδοτούνταν
Αόριστοςαυτοχρηματοδοτήθηκααυτοχρηματοδοτήθηκεςαυτοχρηματοδοτήθηκεαυτοχρηματοδοτηθήκαμεαυτοχρηματοδοτηθήκατεαυτοχρηματοδοτήθηκαν / αυτοχρηματοδοτηθήκαν / αυτοχρηματοδοτηθήκανε
Μέλλονταςθα αυτοχρηματοδοτηθώ / θα αυτοχρηματοδοτούμαιθα αυτοχρηματοδοτείσαι / θα αυτοχρηματοδοτηθείςθα αυτοχρηματοδοτείται / θα αυτοχρηματοδοτηθείθα αυτοχρηματοδοτηθούμε / θα αυτοχρηματοδοτούμαστεθα αυτοχρηματοδοτείστε / θα αυτοχρηματοδοτηθείτεθα αυτοχρηματοδοτηθούν / θα αυτοχρηματοδοτηθούνε / θα αυτοχρηματοδοτούνται
Παρακείμενοςέχω αυτοχρηματοδοτηθείέχεις αυτοχρηματοδοτηθείέχει αυτοχρηματοδοτηθείέχουμε αυτοχρηματοδοτηθείέχετε αυτοχρηματοδοτηθείέχουν αυτοχρηματοδοτηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα αυτοχρηματοδοτηθείείχες αυτοχρηματοδοτηθείείχε αυτοχρηματοδοτηθείείχαμε αυτοχρηματοδοτηθείείχατε αυτοχρηματοδοτηθείείχαν αυτοχρηματοδοτηθεί
Υποτακτικήνα έχω αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθώ / να αυτοχρηματοδοτούμαινα έχεις αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείσαι / να αυτοχρηματοδοτηθείςνα έχει αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείται / να αυτοχρηματοδοτηθείνα έχουμε αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθούμε / να αυτοχρηματοδοτούμαστενα έχετε αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτείστε / να αυτοχρηματοδοτηθείτενα έχουν αυτοχρηματοδοτηθεί / να αυτοχρηματοδοτηθούν / να αυτοχρηματοδοτηθούνε / να αυτοχρηματοδοτούνται
Προστακτική—αυτοχρηματοδοτήσου——αυτοχρηματοδοτείστε / αυτοχρηματοδοτηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →