αυτοχρηματοδοτώ
•
- παρέχω στον εαυτό μου ή στην επιχείρησή μου τα απαραίτητα κεφάλαια για τη λειτουργία ή την ανάπτυξή της, χωρίς να καταφεύγω σε εξωτερικό δανεισμό ή επενδυτές Βικιλεξικό
- Ωστόσο έχει περιοριστεί δραστικά η όποια δυνατότητα της εταιρείας να αυτοχρηματοδοτήσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις των επόμενων μηνών ενώ η σημαντικά περιορισμένη διαθεσιμότητα αποθεμάτων δεν επιτρέπει στην να εκμεταλλεύεται τη ζήτηση για τα προϊόντα της τόσο για οικιακή, αλλά κυρίως για επαγγελματική χρήση (ξενοδοχεία και εστιατόρια), με αποτέλεσμα κατά την 31/3/2022 να υπάρχουν ληξιπρόθεσμες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις ποσού Ευρώ 1,25 εκ., εκ των οποίων 1 εκ. βρίσκονται σε ρύθμιση.
- Τα έσοδα αυτά κρίνονται ικανά για να αυτοχρηματοδοτήσουν το έργο, αλλά και να διαγράψουν ό,τι εκκρεμότητες υπήρχαν από το παρελθόν.
- Ανάλογες κινήσεις έκανε και η Atlassian, ανακοινώνοντας την περικοπή 1.600 θέσεων εργασίας — περίπου του 10% του προσωπικού της — με στόχο να «αυτοχρηματοδοτήσει» επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη.
Ετυμολογία
αυτοχρηματοδοτώ < αυτο- + χρηματοδοτώ• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοχρηματοδοτώ | αυτοχρηματοδοτείς | αυτοχρηματοδοτεί | αυτοχρηματοδοτούμε | αυτοχρηματοδοτείτε | αυτοχρηματοδοτούν / αυτοχρηματοδοτούνε |
| Παρατατικός | αυτοχρηματοδοτούσα | αυτοχρηματοδοτούσες | αυτοχρηματοδοτούσε | αυτοχρηματοδοτούσαμε | αυτοχρηματοδοτούσατε | αυτοχρηματοδοτούσαν / αυτοχρηματοδοτούσανε |
| Αόριστος | αυτοχρηματοδότησα | αυτοχρηματοδότησες | αυτοχρηματοδότησε | αυτοχρηματοδοτήσαμε | αυτοχρηματοδοτήσατε | αυτοχρηματοδοτήσαν / αυτοχρηματοδοτήσανε / αυτοχρηματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα αυτοχρηματοδοτήσω / θα αυτοχρηματοδοτώ | θα αυτοχρηματοδοτήσεις / θα αυτοχρηματοδοτείς | θα αυτοχρηματοδοτήσει / θα αυτοχρηματοδοτεί | θα αυτοχρηματοδοτήσουμε / θα αυτοχρηματοδοτούμε | θα αυτοχρηματοδοτήσετε / θα αυτοχρηματοδοτείτε | θα αυτοχρηματοδοτήσουν / θα αυτοχρηματοδοτήσουνε / θα αυτοχρηματοδοτούν / θα αυτοχρηματοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοχρηματοδοτήσει | έχεις αυτοχρηματοδοτήσει | έχει αυτοχρηματοδοτήσει | έχουμε αυτοχρηματοδοτήσει | έχετε αυτοχρηματοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοχρηματοδοτήσει | είχες αυτοχρηματοδοτήσει | είχε αυτοχρηματοδοτήσει | είχαμε αυτοχρηματοδοτήσει | είχατε αυτοχρηματοδοτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτήσω / να αυτοχρηματοδοτώ | να έχεις αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτήσεις / να αυτοχρηματοδοτείς | να έχει αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτεί | να έχουμε αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτήσουμε / να αυτοχρηματοδοτούμε | να έχετε αυτοχρηματοδοτήσει / να αυτοχρηματοδοτήσετε / να αυτοχρηματοδοτείτε | να αυτοχρηματοδοτήσουν / να αυτοχρηματοδοτήσουνε / να αυτοχρηματοδοτούν / να αυτοχρηματοδοτούνε |
| Προστακτική | — | αυτοχρηματοδότησε | — | — | αυτοχρηματοδοτήστε / αυτοχρηματοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →