αυτούσια
•
- χωρίς μεταβολή ή αλλαγή, έχοντας την ίδια ακριβώς ουσία Βικιλεξικό
- Ο Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας λειτουργεί σαν πρότυπο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τους Δήμους, είτε αυτούσια ή με αλλαγές.
- Η παρακαταθήκη παραδόθηκε αυτούσια.
Ετυμολογία
αυτούσια < αυτούσιος + -α.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →