Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αὐτούσιος

επίθετο
•
  1. πολυτονική γραφή του αυτούσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αυτούσιος

/aˈftu.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι χωρίς καμμία αλλαγή, που έχει ακριβώς την ίδια ουσία που είχε πριν Βικιλεξικό
    • αυτούσια φράση, αυτούσιο κείμενο

Ετυμολογία

αυτούσιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτούσιος. Μορφολογικά αναλύεται σε αυτ- + -ούσιος, κατά τα ανούσιος, επιούσιος κτλ.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτούσιοςαυτούσιααυτούσιο
Γενικήαυτούσιουαυτούσιαςαυτούσιου
Αιτιατικήαυτούσιοαυτούσιααυτούσιο
Κλητικήαυτούσιεαυτούσιααυτούσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτούσιοιαυτούσιεςαυτούσια
Γενικήαυτούσιωναυτούσιωναυτούσιων
Αιτιατικήαυτούσιουςαυτούσιεςαυτούσια
Κλητικήαυτούσιοιαυτούσιεςαυτούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →