αὐτούσιος
•
- πολυτονική γραφή του αυτούσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αυτούσιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτούσιος. Μορφολογικά αναλύεται σε αυτ- + -ούσιος, κατά τα ανούσιος, επιούσιος κτλ.
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτούσιος | αυτούσια | αυτούσιο |
| Γενική | αυτούσιου | αυτούσιας | αυτούσιου |
| Αιτιατική | αυτούσιο | αυτούσια | αυτούσιο |
| Κλητική | αυτούσιε | αυτούσια | αυτούσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτούσιοι | αυτούσιες | αυτούσια |
| Γενική | αυτούσιων | αυτούσιων | αυτούσιων |
| Αιτιατική | αυτούσιους | αυτούσιες | αυτούσια |
| Κλητική | αυτούσιοι | αυτούσιες | αυτούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →