αυτόγυρο
•
- συνώνυμο του γυροπλάνο Βικιλεξικό
- 1956 Παῦλος Δρανδάκης, Μεγάλη Ἑλληνικὴ ἐγκυκλοπαίδεια, σελ. 573
Ετυμολογία
αυτόγυρο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα αὐτόγυρον < ισπανική autogiro. Μορφολογικά αναλύεται σε αυτό- + -γυρο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόγυρο | αυτόγυρα |
| Γενική | αυτόγυρου | αυτόγυρων |
| Αιτιατική | αυτόγυρο | αυτόγυρα |
| Κλητική | αυτόγυρο | αυτόγυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →