αυτόκαυστο
•
- χημείακλειστό δοχείο ή συσκευή που αντέχει υψηλή πίεση και θερμοκρασία, χρησιμοποιούμενο για αποστείρωση ή για χημικές διεργασίες σε συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας μεγαλύτερες από τις κανονικές Βικιλεξικό
- μαγειρικήχύτρα ή λέβητας με καπάκι που ασφαλίζει αυτόματα χάρη στην πίεση του ατμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτόκαυστο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αυτόκαυστος < μεσαιωνική ελληνική αὐτόκαυστος < αρχαία ελληνική αὐτός + καυστός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόκαυστο | αυτόκαυστα |
| Γενική | αυτόκαυστου | αυτόκαυστων |
| Αιτιατική | αυτόκαυστο | αυτόκαυστα |
| Κλητική | αυτόκαυστο | αυτόκαυστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →