αυτόμελο
•
- θρησκείατροπάριο με σταθερή μελωδία και μέτρο, που λειτουργεί ως πρότυπο για τη σύνθεση προσόμοιων ύμνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτόμελο < μεσαιωνική ελληνική αὐτόμελον, ουδέτερο του αὐτόμελος < αρχαία ελληνική αὐτός + μέλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτόμελο | αυτόμελα |
| Γενική | αυτόμελου | αυτόμελων |
| Αιτιατική | αυτόμελο | αυτόμελα |
| Κλητική | αυτόμελο | αυτόμελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →