Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτόπτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια Βικιλεξικό
    • (ως επίθετο) στη φράση αυτόπτης μάρτυρας
    • Όσους αυτόπτες μάρτυρες κι αν βρούμε, κανείς δεν θα μπορέσει να βεβαιώσει τίποτε παραπάνω από αυτό : Μπήκε και βγήκε. Κανείς δεν θα μπορέσει να μας πει τι διημείφθη μεταξύ σας, ποιος ζήτησε να δει ποιον (Πέτρος Τατσόπουλος, Η καρδιά του κτήνους, εκδ. Μεταίχμιο, 2001)

Ετυμολογία

αυτόπτης < αρχαία ελληνική αὐτόπτης < αὐτός ("ὀ ίδιος") + ὁράω (θέμα ὀπ- που απαντά στον μέλλοντα ὄψομαι και στον παρακείμενο ὄπωπα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτόπτηςαυτόπτες
Γενικήαυτόπτηαυτοπτών
Αιτιατικήαυτόπτηαυτόπτες
Κλητικήαυτόπτηαυτόπτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →