αυτός
•
- προσωπική αντωνυμίατρίτο ενικό πρόσωπο, εγώ Βικιλεξικό
- δεικτική αντωνυμίαδηλώνει κάποιον ή κάτι που είναι τοπικά ή χρονικά κοντά Βικιλεξικό
- αυτοί που μπήκαν μόλις τώρα
- αυτό είναι το σπίτι μου
- Μη με κοιτάς με αυτό το ύφος!
- οριστική αντωνυμίαδηλώνει έμφαση και σημαίνει ο ίδιος Βικιλεξικό
- Αυτό λέω κι εγώ.
- όταν προηγείται "και"
- ή επιτακτικά όταν ακολουθεί «ο ίδιος»
Ετυμολογία
αυτός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αὐτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ew (αὖ) + *to-
Άλλοι τύποι
αυτάαυτέςαυτήαυτήναυτήςαυτοίαυτούαυτούςαυτόαυτόναυτόςαυτώνεγώεμάςεμέναεμείςεμούεσάςεσέναεσείςεσύμαςμεμουσαςσεσουτεςτιςτοιτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →