αυτόφωρο
•
- νομικός όροςκοινή ονομασία των ειδικών δικαστηρίων που δικάζουν, άμεσα, δράστες που συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω Βικιλεξικό
- Οδήγησαν τους δράστες στο αυτόφωρο.
- συνεκδοχικάτο εύλογο χρονικό διάστημα, από τη στιγμή της εκτέλεσης κάποιου αδικήματος, κατά το οποίο ο νόμος ορίζει ότι η σύλληψη γίνεται επ' αυτοφώρω Βικιλεξικό
- Κρύφτηκε σε κάτι χαμόσπιτα μέχρι να περάσει το αυτόφωρο.
Ετυμολογία
αυτόφωρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αυτόφωρος. Εννοείται η λέξη δικαστήριο.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →