αυτώνω
•
- λαϊκότροπολέγεται αντί άλλου ρήματος, όταν ο ομιλητής δεν βρίσκει ή δεν θέλει να χρησιμοποιήσει την ακριβή λέξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτώνω < αυτός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτώνω | αυτώνεις | αυτώνει | αυτώνουμε | αυτώνετε | αυτώνουν / αυτώνουνε |
| Παρατατικός | αύτωνα | αύτωνες | αύτωνε | αυτώναμε | αυτώνατε | αυτώναν / αυτώνανε / αύτωναν |
| Αόριστος | αύτωσα | αύτωσες | αύτωσε | αυτώσαμε | αυτώσατε | αυτώσαν / αυτώσανε / αύτωσαν |
| Μέλλοντας | θα αυτώνω / θα αυτώσω | θα αυτώνεις / θα αυτώσεις | θα αυτώνει / θα αυτώσει | θα αυτώνουμε / θα αυτώσουμε | θα αυτώνετε / θα αυτώσετε | θα αυτώνουν / θα αυτώνουνε / θα αυτώσουν / θα αυτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτώσει | έχεις αυτώσει | έχει αυτώσει | έχουμε αυτώσει | έχετε αυτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτώσει | είχες αυτώσει | είχε αυτώσει | είχαμε αυτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτώσει / να αυτώνω / να αυτώσω | να έχεις αυτώσει / να αυτώνεις / να αυτώσεις | να έχει αυτώσει / να αυτώνει / να αυτώσει | να έχουμε αυτώσει / να αυτώνουμε / να αυτώσουμε | να έχετε αυτώσει / να αυτώνετε / να αυτώσετε | να αυτώνουν / να αυτώνουνε / να αυτώσουν / να αυτώσουνε |
| Προστακτική | — | αύτωνε / αύτωσε | — | — | αυτώνετε / αυτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →