αφάλι
•
- λαϊκότροποομφαλός, ομφάλιος λώρος Βικιλεξικό
- Θα μ' λυθεί τ' αφάλι. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)
Ετυμολογία
αφάλι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφάλι | αφάλια |
| Γενική | αφαλιού | αφαλιών |
| Αιτιατική | αφάλι | αφάλια |
| Κλητική | αφάλι | αφάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →