αφέτης
•
- αθλητισμόςτο άτομο που δίνει κάποιο σύνθημα για να ξεκινήσει ένας αγώνας ταχύτητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφέτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφέτης < ἀφίημι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφέτης | αφέτες |
| Γενική | αφέτη | αφετών |
| Αιτιατική | αφέτη | αφέτες |
| Κλητική | αφέτη | αφέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →