αφέψημα
•
- το προϊόν του βρασμού μέσα σε νερό διάφορων φυτικών φαρμακευτικών ή αρωματικών ουσιών Βικιλεξικό
- το κατάστημα σερβίρει καφέ, τσάι, χαμομήλι και άλλα αφεψήματα
Ετυμολογία
αφέψημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφέψημα < αφ- (< από) + ἕψημα (βραστό)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφέψημα | αφεψήματα |
| Γενική | αφεψήματος | αφεψημάτων |
| Αιτιατική | αφέψημα | αφεψήματα |
| Κλητική | αφέψημα | αφεψήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →