Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφέψηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία παρασκευής αφεψήματος με τη μέθοδο εξαγωγής φυτικών ουσιών με βρασμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφέψηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφέψησις < ἀφέψω (< ἀπό (αφ-) + ἕψω) (βράζω, καθαρίζω με βρασμό). Δείτε και αφέψημα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφέψησηαφεψήσεις
Γενικήαφέψησηςαφεψήσεων
Αιτιατικήαφέψησηαφεψήσεις
Κλητικήαφέψησηαφεψήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →