αφή
•
- μία από τις πέντε αισθήσεις Βικιλεξικό
- λόγιοτο άναμμα στις φράσεις Βικιλεξικό
- αφή της ολυμπιακής φλόγας
- η τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας
- η αφή του Αγίου Φωτός
- περί λύχνων αφάς: την ώρα που αρχίζει να νυχτώνει
Ετυμολογία
αφή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἁφή < ἅπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφή | αφές |
| Γενική | αφής | αφών |
| Αιτιατική | αφή | αφές |
| Κλητική | αφή | αφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →