αφήγημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αφηγούμαι Βικιλεξικό
- νεολογισμόςαπόψεις, θέσεις, ισχυρισμοί ή σενάρια που αφορούν την (πολιτική ή άλλη) πραγματικότητα και εξέλιξη Βικιλεξικό
- Λίγες μέρες μετά το Eurogroup της 15ης Ιουνίου οι ψηφοφόροι δείχνουν να μην πείθονται από το νέο αφήγημα της κυβέρνησης περί εξόδου από την επιτροπεία και αναπτυξιακής προοπτικής της χώρας. (www.efsyn.gr, 23/6/2017)
Ετυμολογία
αφήγημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφήγημα, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική récit : σενάρια, ισχυρισμοί < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική narrative)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφήγημα | αφηγήματα |
| Γενική | αφηγήματος | αφηγημάτων |
| Αιτιατική | αφήγημα | αφηγήματα |
| Κλητική | αφήγημα | αφηγήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →