Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφήνω τσέτουλα

/aˈfino ˈt͡setula/φράση
•
  1. αργκόαφήνω βερεσέ, δεν πληρώνω το λογαριασμό Βικιλεξικό
  2. αργκόαφήνω κάποιον έκπληκτο Βικιλεξικό
    • Παλιότερα που οι γαλατάδες πουλούσαν το γάλα τους από πόρτα σε πόρτα στις γειτονιές και πληρώνονταν με τη βδομάδα, το δεκαπενθήμερο ή το μήνα, μόλις έδιναν το γάλα στη νοικοκυρά, χάραζαν μια εγκοπή πάνω στην πόρτα, δείγμα πως της πούλησαν το γάλα. Με τον καιρό όμως παρουσιάστηκε το φαινόμενο να ξύνουν οι νοικοκυρές αυτές τις εγκοπές, για να πληρώσουν λιγότερα χρήματα στο γαλατά, απ’ όπου και η δεύτερη ερμηνεία της φρ. τον αφήνω τσέτουλα, τον αφήνω έκπληκτο, κατάπληκτο, από τη στιγμή που άλλα υπολόγιζε να εισπράξει ο γαλατάς κι άλλα έδειχνε η τσέτουλα (από το Λεξικό Κάτου)

Ετυμολογία

αφήνω τσέτουλα → δείτε τη λέξη αφήνω και :* για τη σημασία «αφήνω βερεσέ»: αιτιατική ενικού του θηλυκού ουσιαστικού τσέτουλα :* για τη σημασία «αφήνω κάποιον έκπληκτο»: αιτιατική ενικού του αρσενικού ουσιατικού τσέτουλας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →