Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφίδα

/aˈfi.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. εντομολογίαγενική ονομασία διαφόρων παρασιτικών εντόμων όπως φυλλοξήρα, σιταρόψειρα Βικιλεξικό
  2. έντομοη μελίγκρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφίδα < αγγλική aphid < νεολατινική aphis, πληθυντικός aphides (τη νεολατινική ονομασία έδωσε ο Κάρολος Λινναίος, πιθανώς εμπνεόμενος από το αρχαιοελληνικό ἀφειδής)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφίδααφίδες
Γενικήαφίδαςαφιδών
Αιτιατικήαφίδααφίδες
Κλητικήαφίδααφίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →