Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφαίμαξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήπαραδοσιακή πρακτική κατά την οποία γίνεται τομή σε μία φλέβα του αρρώστου και αφήνεται να αιμορραγήσει για λίγο για θεραπευτικούς λόγους Βικιλεξικό
    • Ένα δημοφιλές μέσο αφαίμαξης ήταν και οι βδέλλες.
  2. μεταφορικάη απόσπαση πολλών χρημάτων από ένα άτομο με δόλιο τρόπο Βικιλεξικό
    • Τα φορολογικά μέτρα που εξαγγέλθηκαν θα οδηγήσουν σε νέα αφαίμαξη των εργαζομένων.

Ετυμολογία

αφαίμαξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφαίμαξις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαφαίμαξηαφαιμάξεις
Γενικήαφαίμαξηςαφαιμάξεων
Αιτιατικήαφαίμαξηαφαιμάξεις
Κλητικήαφαίμαξηαφαιμάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →