Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφαιρετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αφαίρεση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την χρησιμοποιεί, με την έννοια της σχηματοποίησης ή της γενίκευσης Βικιλεξικό
    • η αφαιρετική σκέψη
  2. το ουδέτερο ως ουσιαστικόουσία που αφαιρεί κάποιο υλικό Βικιλεξικό
    • αφαιρετικό βερνικιού/κόλλας
  3. γραμματικήπου εκφράζει την αφαίρεση ή την απομάκρυνση ενός πράγματος από κάποιο άλλο Βικιλεξικό
    • Στα πρώιμα στάδια της ελληνικής υπήρχε η αφαιρετική πτώση.

Ετυμολογία

αφαιρετικός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀφαιρετικός (κατάλληλος να αφαιρεί, να εξαλείφει) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική soustractif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφαιρετικόςαφαιρετικήαφαιρετικό
Γενικήαφαιρετικούαφαιρετικήςαφαιρετικού
Αιτιατικήαφαιρετικόαφαιρετικήαφαιρετικό
Κλητικήαφαιρετικέαφαιρετικήαφαιρετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφαιρετικοίαφαιρετικέςαφαιρετικά
Γενικήαφαιρετικώναφαιρετικώναφαιρετικών
Αιτιατικήαφαιρετικούςαφαιρετικέςαφαιρετικά
Κλητικήαφαιρετικοίαφαιρετικέςαφαιρετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →