αφαιρούμαι
•
- με αφαιρούν Βικιλεξικό
- του αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα (= του τα στέρησαν)
- αφαιρέθηκε ένα μέρος της διδακτάς ύλης (= η ύλη μειώθηκε)
- αν αφαιρεθεί το 2 από το 3 μένει υπόλοιπο 1 (για την αριθμητική πράξη)
- αφαιρέθηκε ένα μεγάλο ποσό από το χρηματοκιβώτιο (= κλάπηκε)
- για την προσοχή Βικιλεξικό
- αφαιρέθηκα την ώρα του μαθήματος και δεν πρόσεξα τη λύση της άσκησης
- για την προσοχή Βικιλεξικό
- αφαιρέθηκα τελείως με τη λύση της άσκησης και δεν κατάλαβα ότι χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα
Ετυμολογία
αφαιρούμαι < παθητική φωνή του ρήματος αφαιρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →