Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφαλκίδευτος

/a.falˈci.ðe.ftos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει φαλκιδευτεί, που δεν έχει υποσκαφθεί ή υπονομευθεί Βικιλεξικό
    • Άπαξ και αναμειχθείς με τα πολιτικά τού τόπου, κανένας δεν σου εγγυάται ότι θα διάγεις αφαλκίδευτο βίο.

Ετυμολογία

αφαλκίδευτος < α- στερητικό + φαλκιδεύ(ω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφαλκίδευτοςαφαλκίδευτηαφαλκίδευτο
Γενικήαφαλκίδευτουαφαλκίδευτηςαφαλκίδευτου
Αιτιατικήαφαλκίδευτοαφαλκίδευτηαφαλκίδευτο
Κλητικήαφαλκίδευτεαφαλκίδευτηαφαλκίδευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφαλκίδευτοιαφαλκίδευτεςαφαλκίδευτα
Γενικήαφαλκίδευτωναφαλκίδευτωναφαλκίδευτων
Αιτιατικήαφαλκίδευτουςαφαλκίδευτεςαφαλκίδευτα
Κλητικήαφαλκίδευτοιαφαλκίδευτεςαφαλκίδευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →