αφαλκίδευτος
•
- που δεν έχει φαλκιδευτεί, που δεν έχει υποσκαφθεί ή υπονομευθεί Βικιλεξικό
- Άπαξ και αναμειχθείς με τα πολιτικά τού τόπου, κανένας δεν σου εγγυάται ότι θα διάγεις αφαλκίδευτο βίο.
Ετυμολογία
αφαλκίδευτος < α- στερητικό + φαλκιδεύ(ω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφαλκίδευτος | αφαλκίδευτη | αφαλκίδευτο |
| Γενική | αφαλκίδευτου | αφαλκίδευτης | αφαλκίδευτου |
| Αιτιατική | αφαλκίδευτο | αφαλκίδευτη | αφαλκίδευτο |
| Κλητική | αφαλκίδευτε | αφαλκίδευτη | αφαλκίδευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφαλκίδευτοι | αφαλκίδευτες | αφαλκίδευτα |
| Γενική | αφαλκίδευτων | αφαλκίδευτων | αφαλκίδευτων |
| Αιτιατική | αφαλκίδευτους | αφαλκίδευτες | αφαλκίδευτα |
| Κλητική | αφαλκίδευτοι | αφαλκίδευτες | αφαλκίδευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →