αφαλοκόβω
•
- λαϊκότροποκόβω τον ομφάλιο λώρο βρέφους που μόλις γεννήθηκε Βικιλεξικό
- λαϊκότροποπονάει η μέση από σήκωμα μεγάλου βάρους Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτρομάζω κάποιον, τον απειλώ ότι θα τον τιμωρήσω Βικιλεξικό
- Για πρόσεχε καλά, κακομοίρη μου, μην το ξανακάνεις αυτό, γιατί θα σ’ αφαλοκόψω!
Ετυμολογία
αφαλοκόβω < αφαλ(ός) + -ο- + κόβω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφαλοκόβω | αφαλοκόβεις | αφαλοκόβει | αφαλοκόβουμε | αφαλοκόβετε | αφαλοκόβουν / αφαλοκόβουνε |
| Παρατατικός | αφαλόκοβα | αφαλόκοβες | αφαλόκοβε | αφαλοκόβαμε | αφαλοκόβατε | αφαλοκόβαν / αφαλοκόβανε / αφαλόκοβαν |
| Αόριστος | αφαλόκοψα | αφαλόκοψες | αφαλόκοψε | αφαλοκόψαμε | αφαλοκόψατε | αφαλοκόψαν / αφαλοκόψανε / αφαλόκοψαν |
| Μέλλοντας | θα αφαλοκόβω / θα αφαλοκόψω | θα αφαλοκόβεις / θα αφαλοκόψεις | θα αφαλοκόβει / θα αφαλοκόψει | θα αφαλοκόβουμε / θα αφαλοκόψουμε | θα αφαλοκόβετε / θα αφαλοκόψετε | θα αφαλοκόβουν / θα αφαλοκόβουνε / θα αφαλοκόψουν / θα αφαλοκόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφαλοκόψει | έχεις αφαλοκόψει | έχει αφαλοκόψει | έχουμε αφαλοκόψει | έχετε αφαλοκόψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφαλοκόψει | είχες αφαλοκόψει | είχε αφαλοκόψει | είχαμε αφαλοκόψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφαλοκόψει / να αφαλοκόβω / να αφαλοκόψω | να έχεις αφαλοκόψει / να αφαλοκόβεις / να αφαλοκόψεις | να έχει αφαλοκόψει / να αφαλοκόβει / να αφαλοκόψει | να έχουμε αφαλοκόψει / να αφαλοκόβουμε / να αφαλοκόψουμε | να έχετε αφαλοκόψει / να αφαλοκόβετε / να αφαλοκόψετε | να αφαλοκόβουν / να αφαλοκόβουνε / να αφαλοκόψουν / να αφαλοκόψουνε |
| Προστακτική | — | αφαλόκοβε / αφαλόκοψε | — | — | αφαλοκόβετε / αφαλοκόψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →