Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφασικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αφασία Βικιλεξικό
  2. που πάσχει από αφασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφασικός < αφασία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφασικόςαφασικήαφασικό
Γενικήαφασικούαφασικήςαφασικού
Αιτιατικήαφασικόαφασικήαφασικό
Κλητικήαφασικέαφασικήαφασικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφασικοίαφασικέςαφασικά
Γενικήαφασικώναφασικώναφασικών
Αιτιατικήαφασικούςαφασικέςαφασικά
Κλητικήαφασικοίαφασικέςαφασικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →