Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν τσιγγουνεύεται σε κάτι Βικιλεξικό
    • αφειδής στις υποσχέσεις, φειδωλός στα έργα

Ετυμολογία

αφειδής < αρχαία ελληνική ἀφειδής < α στερητικό + φείδομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφειδήςαφειδήςαφειδές
Γενικήαφειδούςαφειδούςαφειδούς
Αιτιατικήαφειδήαφειδήαφειδές
Κλητικήαφειδή / αφειδήςαφειδήςαφειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφειδείςαφειδείςαφειδή
Γενικήαφειδώναφειδώναφειδών
Αιτιατικήαφειδείςαφειδείςαφειδή
Κλητικήαφειδείςαφειδείςαφειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →